Γιατί οι ξένοι οίκοι δίνουν υψηλότερες τιμές-στόχους στις ελληνικές τραπεζικές μετοχές
Οι βασικοί λόγοι που οι ξένοι επενδυτές επενδύουν και παρακολουθούν τις επενδύσεις τους στις ελληνικές συστημικές τράπεζες.
Mεγάλοι δείκτες κερδοφορίας, αύξηση μερισματικών αποδόσεων, ισχυρές και κεφαλαιακές δομές και εξάπλωση σε νέα κράτη είναι οι βασικοί λόγοι που οι ξένοι επενδυτές επενδύουν και παρακολουθούν τις επενδύσεις τους στις ελληνικές συστημικές τράπεζες.
Το γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι ξένοι οίκοι έχουν κτίσει σεβαστές θέσεις στις τραπεζικές μετοχές στην Ελλάδα είναι ένας βασικός λόγος που τις παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς αλλά και τις συστήνουν ως αγορά με υψηλότερες τιμές στόχους. Οι ξένοι οίκοι και ειδικά η JP Morgan, η Goldman Sachs, η Μorgan Stanley, , η Bank of America και από την Ευρώπη η Deutsche Bank, η Societe Generale , η UBS και βέβαια η Unicredit έχουν επενδύσει πάνω από 30 δις. ευρώ τα τελευταία 10 χρόνια στις ελληνικές τράπεζες είτε μέσω των αυξήσεων μετοχικών κεφαλαίων είτε μέσω εισροών στην χρηματιστηριακή αγορά.
Εκτός απ’ αυτές μεγάλες θέσεις έχουν ακομη οι: Fidelity, Capital Group, Blackrock, Lazard, Norges, Allianz, Wellington, GIC (το sovereign fund της Σιγκαπούρης), το ολλανδικό Romerco και το αμερικανικό IRWS, Helikon Investments, GIC ,Fiera Capital κά. Συνολικά πάνω από 300 μεγάλα και μικρομεσαία επενδυτικά σχήματα από ΗΠΑ , Ευρώπη αλλά και Ασία έχουν τοποθετηθεί στις ελληνικές τραπεζικές μετοχές.
Ήδη με την άνοδο των 3 τελευταίων ετών με την οποία υπερδιπλασιάστηκαν οι τιμές τους, οι ξένοι οίκοι ουσιαστικά βγαίνουν κερδισμένοι. Οι θετικές (έως αποθεωτικές ) εκθέσεις τους έχουν δύο στόχους. Αφ’ ενός να δημιουργήσουν παραπάνω ζήτηση ώστε κάποια στιγμή να μπορούν να ρευστοποιήσουν και αφ’ ετέρου να αυξήσουν ακόμη περισσότερο τις κεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών ώστε να τις βάλουν σε μεγαλύτερους δείκτες. Σήμερα οι 4 μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες είναι εκτός από τους ‘μεγάλους’ χρηματιστηριακούς δείκτες. Ο βασικός στόχος είναι ότι εκτός από την αυξηση της κεφαλαιοποίησής τους θα πρέπει να αυξήσουν και την εμπορευσιμότητά των μετοχών τους. Έτσι η δημιουργία του Euronext θα βοηθήσει να αυξηθούν οι συναλλαγές τους.
Οι προοπτικές των τραπεζών για το 2026
Οι αξιολογήσεις, οι τιμές-στόχοι και η θέση τους στα συγκριτικά διαγράμματα της έκθεσης «2026 Outlook: Moving Past ‘Proof of Concept’» συνθέτουν μια εικόνα σταθερή, καθαρή για τις προοπτικές και τα εμπόδια της νέας χρονιάς
Στον πίνακα συστάσεων της Goldman Sachs, προτείνει:
-Alpha Bank , σύσταση «αγορά», τιμή-στόχος τα 4,20 ευρώ
-Εθνική Τράπεζα, σύσταση «αγορά», τιμή-στόχος τα 15,10 ευρώ
-Τράπεζα Πειραιώς, σύσταση «αγορά», τιμή-στόχος τα 8,00 ευρώ
-Eurobank, σύσταση «ουδέτερη», τιμή-στόχος τα 3,50 ευρώ
Το 2026, σύμφωνα με την Goldman Sachs, είναι η στιγμή που το ενδιαφέρον μετατοπίζεται: όχι πλέον στην επίδραση των επιτοκίων αλλά στη δυναμική των ροών, στη σημασία της κλίμακας και στη σταθερή λειτουργική μόχλευση που μπορεί να παράγει αξία σε βάθος χρόνου. Το βάρος μετακινείται στον όγκο και στην ευελιξία των εσόδων
Ο περιορισμός των μειώσεων επιτοκίων το 2026 - Η επιστροφή των καταθέσεων
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι ο κύκλος των επιτοκίων χάνει σταδιακά την καθοριστική του επιρροή στο καθαρό επιτοκιακό έσοδο. Η μεταβολή των πολιτικών επιτοκίων αναμένεται σαφώς μικρότερη σε σχέση με το 2025, γεγονός που καθιστά τον όγκο, κυρίως τις καταθέσεις, το κρίσιμο σημείο για την ανάπτυξη του NII.
Οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τη συγκριτική ταξινόμηση του οίκου, ανήκουν στις ομάδες με τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης καταθέσεων και χορηγήσεων, κάτι που εξηγεί και τη σταθερά θετική στάση της.
Οι ασφαλιστικές δραστηριότητες θα ενισχύσουν τις προμήθειες
Η δεύτερη βασική πηγή ενίσχυσης των εσόδων είναι οι προμήθειες. Η Goldman Sachs εκτιμά μεσοσταθμική αύξηση προμηθειών περίπου 7% το 2026, με το περιβάλλον των αγορών και των ασφαλιστικών προϊόντων να λειτουργεί υποστηρικτικά. Και σε αυτό το σημείο, η ελληνική αγορά ευθυγραμμίζεται με τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους ευρωπαϊκούς ομίλους, καθώς η αύξηση των εσόδων από προμήθειες ξεχωρίζει στα comparative charts της έκθεσης.
Αποδοτικότητα κεφαλαίων
Σε ό,τι αφορά την αποδοτικότητα, η Goldman Sachs περιγράφει ένα 2026 όπου ο δείκτης κόστους προς έσοδα συνεχίζει να βελτιώνεται: τα έσοδα αυξάνονται, τα λειτουργικά έξοδα κινούνται ήπια και το λειτουργικό περιθώριο κερδίζει χώρο.
Έρχονται μερίσματα
Στο μέτωπο της ποιότητας ενεργητικού, η Goldman Sachs βλέπει ένα περιβάλλον ομαλό σε επίπεδο Ευρώπης. Η χαμηλή ανεργία, η σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων και το πιο σταθερό μακροοικονομικό σκηνικό συνθέτουν συνθήκες όπου οι προβλέψεις δεν λειτουργούν ως τροχοπέδη για την κερδοφορία του 2026. Στο περιφερειακό πλαίσιο της έκθεσης, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται με επαρκή κάλυψη και χωρίς να διαφοροποιούνται αρνητικά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σταθεροποιητική τάση στην κεφαλαιακή επάρκεια και ποιότητα ενεργητικού
Στο κεφαλαιακό πεδίο, η Goldman Sachs εκτιμά μέσο δείκτη CET1 περίπου 14,9% για το 2025 και παραγωγή κεφαλαίου της τάξης των 250 μονάδων βάσης ετησίως. Πρόκειται για ένα επίπεδο που επιτρέπει υψηλές διανομές κερδών, ενώ στο ελληνικό σκέλος της ανάλυσης αυτό αντικατοπτρίζεται σε τρεις συστάσεις «αγορά» και μία «ουδέτερη». Σύμφωνα με τον οίκο, οι αποτιμήσεις των Alpha Βank, Εθνικής και Πειραιώς διαθέτουν περιθώρια ανόδου, ενώ η αποτίμηση της Eurobank περιγράφεται ως πλήρης βάσει των μοντέλων της.
Δάνεια: Σε πολύ καλή θέση ανάμεσα στους ευρωπαίους ανταγωνιστές
Στους δείκτες ανάπτυξης δανείων, ενίσχυσης εσόδων και αποδοτικότητας κόστους, οι ελληνικές τράπεζες τοποθετούνται σταθερά στο άνω τμήμα της ευρωπαϊκής κατανομής. Η Goldman Sachs διατηρεί έτσι την Ελλάδα ανάμεσα στις ευνοημένες περιπτώσεις του 2026, με σαφείς τιμές-στόχους και συνεπή αξιολόγηση που προκύπτει αποκλειστικά από τις δικές της παραδοχές και μοντέλα αποτίμησης.